ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ 12ΗΜΕΡΟΥ
Το ελληνικό Δωδεκαήμερο

Σε όλο αυτό το διάστημα, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, υπήρχαν διάφορα έθιμα που είχαν ως σκοπό τους να προαναγγείλουν τον ερχομό της άνοιξης, για να εξασφαλίζουν για όλους την ευτυχία και να τονώσουν το αίσθημα της θρησκείας και της οικογένειας.
Για να δώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα ότι η φύση θα προχωρήσει από την περίοδο του χειμώνα και το σκοτάδι στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση, στόλιζαν κάθε γωνιά του σπιτιού τους με κλαδιά από μυρτιά, μυρσίνη, δάφνη και ελιά.
Στα τζάκια των σπιτιών, νύχτα μέρα, είχαν συνέχεια αναμμένη τη φωτιά, για να μην πλησιάζουν οι Καλικάντζαροι, τα περίεργα ξωτικά, που πίστευαν πως κυκλοφορούσαν και πείραζαν τους ανθρώπους μιας και τα "νερά ήταν αβάπτιστα", ο Χριστός, δηλαδή, δεν είχε βαπτισθεί ακόμη.
Τα παιδιά έλεγαν κάλαντα με ευχές για τους νυκοκυραίους, ενώ οι νοικοκυρές έφτιαχναν γλυκίσματα.
Νυχτερινές ακολουθίες στην εκκλησία και οικογενειακές συγκεντρώσεις ενίσχυαν τους δεσμούς με τη θρησκεία και την οικογένεια.
Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία το Δωδεκαήμερο από 25 Δεκεμβρίου έως 6 Ιανουαρίου, οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια.
Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές κατά περιοχή με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Κατά Αραχωβίτικη περιγραφή αυτοί είναι: "κακομούτσουνοι" και ''σιχαμένοι", καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι, άλλοι στραβοί, άλλοι κουτσοί, άλλοι μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβόστομοι, στραβοπρόσωποι, στραβομούρηδες, στραβοχέρηδες.
Οι καλικάντζαροι έχουν ονόματα σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους. Ο καλικάντζαρος Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά. Ο καλικάντζαρος Τρικλοπόδης, έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι. Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεκτό της γιαγιάς. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι. Ο Περίδρομος είναι ο φαταούλας της παρέας. Ο καλικάντζαρος Παλωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα, έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων. Ο καλικάντζαρος Βατρακούλος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος.
Μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δέντρο που κρατά τη γη (παραλλαγή του μυθικού Άτλαντα). Βγαίνουν στην επιφάνεια της γης, κοντά στο τέλος της εργασίας τους, από το φόβο μήπως τελικά η ετοιμόρροπη γη τους πλακώσει. Όταν όμως επιστρέφουν, βρίσκουν το δέντρο ακέραιο και ξαναρχίζουν το πριόνισμα.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Άμα βρουν ευκαιρία κατεβαίνουν από τις καμινάδες στα σπίτια και μαγαρίζουν τα πάντα.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Ανακατεύουν τα υλικά της νοικοκυράς, παίζουν με το αλεύρι και την άχνη ζάχαρη…
Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο.
Γενικά πιστεύεται ότι οι καλικάντζαροι αδυνατούν να βλάψουν τους ανθρώπους θέλουν μόνο να τους πειράξουν. Όταν ανεβαίνουν στην επιφάνεια το Δωδεκαήμερο, κάνουν οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε! Όντας χιλιάδες, διασκορπίζονται παντού! Αλίμονο σ’ όποιον συναντήσουν! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί! Εμφανίζονται μπροστά του με διάφορες μορφές και προσπαθούν να τον τρομάξουν με όποιο τρόπο μπορούν. Οι καλικάντζαροι φαντάζουν χορευταράδες, αρπάζουν όποιον βρουν και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των καλικάντζαρων. Τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν. Έχουν, όμως, έναν τρόπο οι άνθρωποι για να γλιτώσουν από το χορό, το κόσκινο, το οποίο τοποθετείται είτε στο τζάκι είτε πίσω από την πόρτα και καθυστερεί τους καλικάντζαρους, διότι εκείνοι αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες μέχρι την αυγή, οπότε και αναγκάζονται να φύγουν…Κι αφού Χριστούγεννα χωρίς καλικάντζαρους είναι σαν παραμύθι χωρίς… φαντασία ίσως μια γεύση παραμυθοσκανδαλιάς να ‘ναι ιδανική για τούτες τις μέρες…
Ας τους γνωρίσουμε:
Έθιμα Δωδεκαήμερου
Στην Ελλάδα συνδυάζονται διεθνή έθιμα, όπως ο Αϊ-Βασίλης και η υποδοχή του νέου έτους, με ελληνικά έθιμα, όπως το πρωτοχρονιάτικο ρόδι και ιστορίες με καλικάντζαρους.
Χριστουγεννιάτικα έθιμα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας
Έθιμα από τη Μακεδονία
Το "Χριστόξυλο"

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο.
Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Κάθε οικογένεια, προσπαθεί να διατηρήσει αυτή τη φωτιά αναμμένη για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα, μέχρι τα Φώτα.
Οι "Μωμόγεροι"

Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.
Μπάμπιντεν – Η γιορτή της γριάς στην Πετρούσα στις 7 και 8 Ιανουαρίου
Από το πρωί της 7 Ιανουαρίου, μια μεγάλη παρέα ξεκινάει «το φωτισμό τον χωριού», όπως λέγουν. Μπροστά πηγαίνουν άντρες με μουτζουρωμένο το πρόσωπο και χαραγμένο με μπογιά στο μέτωπό τους το σημείο του σταυρού, οι οποίοι συνεχώς πίνουν και χορεύουν. Ακολουθούν τα όργανα, λύρες και νταχαρέδες, και πίσω από αυτά, ο Ζαχαρίας η καμήλα με την παρέα του. Όλοι πίνουν και χορεύουν, τριγυρίζοντας τους δρόμους του χωριού, που όλοι του οι κάτοικοι συμμετέχουν στο πανηγύρι αυτό της χαράς. Την άλλη μέρα, 8 Ιανουαρίου, η παρέα της καμήλας κάνει πάλι μια βόλτα στο χωριό, καλώντας τους κατοίκους σε χορό και διασκέδαση. Κορυφαίος στο χορό είναι ο λεγόμενος σταχτής, που κρατάει μια κάλτσα γεμάτη με στάχτη, με την οποία χτυπά όποιον εμποδίζει να αναπτυχθεί ο κύκλος του χορού. Ακολουθούν ηλικιωμένες γυναίκες και ηλικιωμένοι άντρες. Στη διάρκεια της γιορτής γίνονται και διάφορες αναπαραστάσεις σκηνών της καθημερινής χωρικής ζωής (σπορά, θερισμός κλπ.). Ακολουθεί και εδώ σατιρική αναπαράσταση τοπικού γάμου και το γλέντι κρατάει μέχρι αργά το βράδυ, με άφθονη κατανάλωση τσίπουρου αλλά και “ανάμεικτων” ποτών.
Έθιμα από την Κεντρική Ελλάδα
Το τάισμα της βρύσης
Για να έχουν καλή σοδειά έφερναν στη βρύση βούτυρο, τυρί, ή ψημένο σιτάρι ή κλαδί ελιάς, ή όσπρια και φρόντιζαν να φτάσουν εκεί όσο το δυνατόν νωρίτερα, γιατί, όπως έλεγαν, όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, οι γυναίκες, έφερναν το καινούργιο νερό, αφού πρώτα είχαν αδειάσει από τα βαρέλια τους το παλιό.
Η διαδικασία αυτή της μετάβασης και της επιστροφής στη βρύση, γίνεται σιωπηλά- για αυτό και ονομάστηκε αμίλητο νερό. Με το 'αμίλητο' νερό οι γυναίκες ραντίζουν τα σπίτια τους, για ευρωστία και καλή τύχη.
Κλωνάρια στο τζάκι
Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά, αφού το κλαδί που θα καεί πρώτο αντιπροσωπεύει καλούς οιωνούς για τον κάτοχό του. Συγκεκριμένα, πιστεύεται ότι το άτομο, του οποίου το κλαδί κάηκε πρώτο, θα είναι και το πρώτο που θα παντρευτεί.
Έθιμα από την Κρήτη
Το Χριστόψωμο

Αρχικά πλάθουν το ζυμάρι και παίρνοντας τη μισή από τη ζύμη φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη μισή φτιάχνουν με λωρίδες έναν σταυρό. Στο κέντρο του σταυρού βάζουν ένα άσπαστο καρύδι ή ένα αυγό, συμβολίζοντας τη γονιμότητα. Την υπόλοιπη επιφάνεια τη διακοσμούν με διάφορα σχήματα, όπως λουλούδια, φύλλα, καρπούς, ή πουλιά. Η διακόσμηση αυτή τονίζει το σκοπό του χριστόψωμου και εκφράζει τις προσδοκίες των πιστών για καλή σοδειά και παραγωγή των ζώων.
Την ημέρα των Χριστουγέννων, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος, ο νοικοκύρης του σπιτιού παίρνει το χριστόψωμο, το σταυρώνει, το κόβει και το μοιράζει σ' όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονται στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Πολλοί παρομοιάζουν τη διαδικασία αυτή, με το μυστήριο της Θείας κοινωνίας.
Το έθιμο του Χριστόψωμου διατηρείται σε ελάχιστα μέρη της Ελλάδας και κυρίως στην Κρήτη. Αποτελεί μια συνήθεια βαθιά ριζωμένη και θεωρείται έργο θείο και έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Κατά τόπους, το συναντάμε σε παραλλαγές μορφών ή ονομασιών όπως: "το ψωμί του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά.
Έθιμα από την Ήπειρο
Τα καρύδια
Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημαδεύει σκυφτός, και με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, κάποιο άλλο καρύδι.
Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια.
Κι άλλα έθιμα...
Οι χριστουγεννιάτικες κάλτσες

Υπήρχε κάποτε ένας ευγενικός και καλόκαρδος κύριος όπου η γυναίκα του είχε πεθάνει από βαριά αρρώστια και τον είχε αφήσει απογοητευμένο με τρεις κόρες να μεγαλώσει. Μετά που έχασε όλα του τα χρήματα σε ανώφελες και κακές επενδύσεις, η οικογένειά του χρειάστηκε να μετακομίσει σε μια χωριάτικη καλύβα, ενώ οι τρεις του κόρες έκαναν μόνες τους το μαγείρεμα, το ράψιμο και το καθάρισμα του σπιτιού.
Όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτούν οι κόρες, ο πατέρας έπεσε σε μεγαλύτερη θλίψη εφόσον οι κόρες του δεν θα έβρισκαν να παντρευτούν χωρίς προίκα και χρήματα για να δώσουν στην νέα οικογένεια του συζύγου τους.
Μία νύχτα, μετά που οι κόρες είχαν πλύνει και απλώσει τα ρούχα τους και τις κάλτσες τους στο τζάκι για να στεγνώσουν, έπεσαν για ύπνο.
Ο Άγιος Βασίλης γνώριζε την απόγνωση και την ατυχία του πατέρα και σταμάτησε στο σπίτι του.Κοίταξε μέσα από το παράθυρο και είδε ότι η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο. Είδε τις κάλτσες των κοριτσιών που κρέμονταν στο τζάκι. Πήρε από το πουγκί του τρία μικρότερα πουγκιά με χρυσό και τα πέταξε με προσοχή από την καμινάδα έτσι ώστε να πέσουν μέσα στις κάλτσες. Το επόμενο πρωί που ξύπνησαν οι κόρες, βρήκαν για μεγάλη τους έκπληξη τις κάλτσες τους να περιέχουν χρυσάφι. Έτσι ο ευγενής πατέρας τους θα κατάφερνε να δει τις κόρες του να ζουν.
Τα παιδιά όλου του κόσμου συνέχισαν την παράδοση να κρεμούν κάλτσες τα Χριστούγεννα στο τζάκι τους με την ελπίδα να τους τις γεμίσει ο Άγιος Βασίλης.
Ο "δικός μας" Άη-Βασίλης
Μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός με μαύρα γένια και καμαρωτά φρύδια. Ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος, με σκουφί και πέδιλα. Στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί. Αυτή είναι η περιγραφή του Άη-Βασίλη σύμφωνα με την ελληνική παράδοση και όχι καλοαναθρεμμένος, που φοράει γούνα, έχει κάτασπρα γένια, φθάνει με ένα έλκηθρο που το σέρνουν ελάφια και κατεβαίνει από την καμινάδα φέρνοντας δώρα στα μικρά παιδιά. Ο δεύτερο έφτασε στην Ελλάδα από την Ευρώπη όπου μετονομάστηκε, ίσως και λίγο αυθαίρετα. Από Santa Claus ή Pere Noel με το έλκηθρο έγινε Άγιος Βασίλης. Κι όμως. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης "ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερα από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ' τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε", γράφει ο καθηγητής Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος, στο βιβλίο του "Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών" των εκδόσεων Φιλιππότη, το οποίο συνέστησε η λαογράφος Πόπη Ζώρα. Και συνεχίζει: "Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακί φορωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα και η ιερατική ευλογία του. Το μόνο κάπως συγκεκριμένο ήταν το "μαγικό" ραβδί του, απ' όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες, σύμβολα των αντίστοιχων δώρων, που θα μπορούσε να μοιράσει στους ευνοουμένους του". |
Η περίπτωση αυτού του αγίου είναι περίεργη. Παρά την ανώτερη θέση του στην Ορθοδοξία, στην αντίληψη του λαού έμεινε σαν ένας ανθρώπινος άγιος που ζει και περπατά ανάμεσά μας. Σαν ένας επισκέπτης που φέρνει τύχη. Το περίεργο και αντιφατικό είναι ότι ενώ ζούσε, δεν έπαψε να μιλάει και να γράφει κατά της αστρολογίας, των οιωνών, των δεισιδαιμονιών και της ονειρομαντίας. Όλα δηλαδή όσα γίνονται την ημέρα που τον γιορτάζουμε. "Όλα όμως είναι συμπτωματικά", συνεχίζει ο μελετητής. "Είναι γεγονός ότι, αν ο Ιεράρχης Βασίλειος δεν πέθαινε την 1η Ιανουαρίου του 379, τότε κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του". |
Την Πρωτοχρονιά τα παιδιά περιμένουν αυτόν τον Άγιο Βασίλη. Οι μεγαλύτεροι περιμένουν την ώρα που θα κόψουν τη βασιλόπιτα. Ένα έθιμο που έρχεται από τα βάθη των αιώνων. Η πιο ελκυστική και ενδιαφέρουσα παράδοση θυμίζει έντονα την πλοκή ενός μύθου. Τη δημοσίευσε το 1904 στο περιοδικό "Ξενοφάνης" ο καθηγητής της Μέσης Σχολής Φαίδων Κουκουλές: Όταν ο Άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι ζήτησαν από τον ποιμενάρχη τους να τους προστατέψει. |
"ΤΑ ΝΕΑ", 31/12/1994
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου